εκδίδω

Μεταφράσεις

εκδίδω

issue, extradite, publish, editeldonipubliermalen (ek'ðiðo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κυκλοφορώ έντυπο εκδίδω περιοδικό
2. τυπώνω επίσημο έγγραφο εκδίδω διαβατήριο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close