εκδικητής

(προωθήθηκε από εκδικήτρια)
Μεταφράσεις

εκδικητής

(ekðici'tis) αρσενικό

εκδικήτρια

(ekði'citria) θηλυκό
ουσιαστικό
αυτός που εκδικείται
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close