έκθεμα

(προωθήθηκε από εκθέματα)
Μεταφράσεις

έκθεμα

exhibitvýstavaexposição전시expositionהתערוכהAusstellung ('ekθema)
ουσιαστικό ουδέτερο πληθυντικός εκθέματα (ek'θemata)
τα αντικείμενα μουσείου ή έκθεσης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close