εκκρεμότητα

Μεταφράσεις

εκκρεμότητα

abeyance, loose endsuspensin sospesoin behandelingOdottavapendientependente (ekre'motita)
ουσιαστικό θηλυκό
κτ που μένει να γίνει τακτοποιώ αφήνω εκκρεμότητες πρόβλημα σε εκκρεμότητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close