εκκωφαντικός

(προωθήθηκε από εκκωφαντικό)
Μεταφράσεις

εκκωφαντικός

(ekofandi'kos) αρσενικό

εκκωφαντική

(ekofandi'ci) θηλυκό

εκκωφαντικό

abasourdissant, assourdissantdeafeningيَصُمُّ الآذانohlušujícíøredøvendeohrenbetäubendensordecedorkorvia huumaavazaglušujućiassordante耳を聾するような귀청이 터질 것 같은oorverdovendøredøvendeogłuszającyensurdecedorоглушительныйöronbedövandeเสียงดังมากsağır edicilàm điếc tai震耳欲聋的 (ekofandi'ko) ουδέτερο
επίθετο
αφόρητα δυνατός εκκωφαντικός θόρυβος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close