εκλέγω

Μεταφράσεις

εκλέγω

elect, choose, nameélireelegirвыбирать, избиратьيَنْتَخِبُvolitvælgewählenvalita vaalillabiratieleggere選挙する선출하다verkiezenvelgewybraćelegerväljaคัดเลือกseçmekbầu推选 (e'kleɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αποφασίζω με την ψήφο μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close