εκλεκτός

(προωθήθηκε από εκλεκτή)
Μεταφράσεις

εκλεκτός

(ekle'ktos) αρσενικό

εκλεκτή

(ekle'kti) θηλυκό

εκλεκτό

choice (ekle'kto) ουδέτερο
επίθετο
1. που τον έχουν προτιμήσει εκλεκτός λαός
2. εξαιρετικός εκλεκτό κρασί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close