εκλεκτικός

Μεταφράσεις

εκλεκτικός

(eklekti'kos) αρσενικό

εκλεκτική

(eklekti'ci) θηλυκό

εκλεκτικό

ecléctiqueeclecticэклектичный (eklekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προσέχει πολύ όταν διαλέγει κτ Είναι εκλεκτική στα γούστα της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close