εκλεπτυσμένος

Μεταφράσεις

εκλεπτυσμένος

(eklepti'smenos) αρσενικό

εκλεπτυσμένη

(eklepti'smeni) θηλυκό

εκλεπτυσμένο

elegant, refined, subtle (eklepti'smeno) ουδέτερο
επίθετο
λεπτός και καλαίσθητος εκλεπτυσμένο γούστο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close