εκμετάλλευση

Μεταφράσεις

εκμετάλλευση

exploitation, utilizationekspluatadoexploitationاِسْتِغْلالvyužíváníudnyttelseAusbeutungexplotaciónhyväksikäyttöizrabljivanjesfruttamento搾取착취uitbuitingutnyttelseeksploatacjaexploraçãoэксплуатацияexploateringการเอาเปรียบsömürüsự bóc lột剥削 (ekme'talefsi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. χρησιμοποίηση κάποιου για προσωπικό όφελος η εκμετάλλευση εργαζομένων
2. καλή χρήση η εκμετάλλευση ενέργειας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close