εκμεταλλεύομαι

Μεταφράσεις

εκμεταλλεύομαι

exploitيَسْتَغِلُّvyužítudnytteausbeutenexplotarkäyttää hyväkseenexploiterizrabljivatisfruttare利用する부당하게 이용하다uitbuitenutnyttewykorzystaćaproveitar-se, explorarвоспользоватьсяexploateraเอาเปรียบsömürmekbóc lột剥削 (ekmeta'levome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. χρησιμοποιώ κπ χωρίς να τον υπολογίζω εκμεταλλεύομαι τη φιλία κάποιου εκμεταλλεύομαι την αθωότητα κάποιου
2. χρησιμοποιώ προς όφελός μου εκμεταλλεύομαι το χρόνο μου εκμεταλλεύομαι τα μέσα τεχνολογίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close