εκνευρισμός

Μεταφράσεις

εκνευρισμός

(eknevri'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
ταραχή Υπάρχει εκνευρισμός στην αίθουσα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close