εκνευριστικός

(προωθήθηκε από εκνευριστικό)
Μεταφράσεις

εκνευριστικός

(eknevristi'kos) αρσενικό

εκνευριστική

(eknevristi'ci) θηλυκό

εκνευριστικό

raspy, irritatingمُثِيرٌ لِلْغَضَبِnepříjemnýirriterendenervigirritanteärsyttäväagaçantiritantanirritanteいらいらさせる화나게 하는irritantirriterendeirytującyirritanteраздражающийirriterandeทำให้รำคาญsinir bozuculàm phát cáu气人的 (eknevristi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προκαλεί ταραχή εκνευριστικός θόρυβος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close