εκπλήσσομαι

Μεταφράσεις

εκπλήσσομαι

(ek'plisome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
μένω έκπληκτος Εκπλήσσομαι πάντα με το θράσος του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close