εκπνέω

Μεταφράσεις

εκπνέω

ausatmenbreathe out, exhale, expireexpirerيَزْفِرvydechnoutånde udespirarhengittää ulosizdahnutiespirare息を吐き出す내쉬다uitademenpuste utzrobić wydechexpirarвыдыхатьandas utหายใจออกnefes vermekthở ra呼出, 过期過期изтича (ek'pneo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βγάζω αέρα από τους πνεύμονες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close