εκρήγνυμαι

Μεταφράσεις

εκρήγνυμαι

explodeexploser, imploserيُفَجِّرُvybouchnouteksplodereexplodierenestallarräjähtääeksplodiratiesplodere爆発する폭발하다explodereneksploderewybuchnąćexplodirвзрывать(ся)exploderaระเบิดpatlamaknổ爆炸 (e'kriɣnime)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. τινάζομαι από έκρηξη Η βόμβα θα εκραγεί.
2. μεταφορικά ξεσπάω από θυμό Όταν το έμαθε, εξερράγη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close