εκτίμηση

Μεταφράσεις

εκτίμηση

estimation, respect, appraisal, assessment, esteem, rating, estimateestimationتَقْدِيرodhadskønSchätzungcálculo aproximadoarvioprocjenastima見積もり견적schattingkostnadsoverslagoszacowanieestimativaоценкаuppskattningการประเมินtahminsự ước tính估计 (e'ktimisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το να εκτιμά κν κπ έχω κπ σε μεγάλη εκτίμηση
2. αξιολόγηση η εκτίμηση της αξίας ενός διαμερίσματος κάνω μια εκτίμηση
3. υπολογισμός μία πρώτη χρονική εκτίμηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close