εκτείνομαι

Μεταφράσεις

εκτείνομαι

extend, stretch (e'ktinome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
απλώνομαι Η πόλη εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close