εκτεθειμένος

(προωθήθηκε από εκτεθειμένo)
Αναζητήσεις σχετικές με εκτεθειμένo: εκμυστηρεύομαι
Μεταφράσεις

εκτεθειμένος

(ekteθi'menos) αρσενικό

εκτεθειμένη

(ekteθi'meni) θηλυκό

εκτεθειμένo

exposed노출expuestosexponeradeblootgesteldизложениespostiexpostosausgesetztexposés (ekteθi'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έρχεται σε επαφή με κτ επικίνδυνο είμαι εκτεθειμένος στον ήλιο
2. που βρίσκεται σε άσχημη θέση είμαι εκτεθειμένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close