εκτελώ

Μεταφράσεις

εκτελώ

execute, perform, discharge, carry outekzekutiexécuter, menerнести, совершить, казнить, осуществлятьيُعْدِمُ, يُنَفِّذُpopravit, provésthenrette, udføredurchführen, hinrichtencumplir, ejecutar, realizarteloittaa, toteuttaapogubiti, provestieseguire, giustiziare処刑する, 実行する실행하다executeren, uitvoerenhenrette, utførewykonaćexecutarutföra, verkställaทำให้สำเร็จ, ประหารชีวิตidam etmek, uygulamakhành hình, thực hiện将…处死, 执行 (ekte'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ικανοποιώ εκτελώ διαταγές
2. αναλαμβάνω εκτελώ χρέη γραμματέα
3. πραγματοποιώ εκτελώ ένα έργο
4. ερμηνεύω σύνθεση εκτελώ ένα μουσικό κομμάτι στο πιάνο
5. θανατώνω καταδικασμένο εκτελώ κατάδικο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close