εκτενής

(προωθήθηκε από εκτενές)
Μεταφράσεις

εκτενής

(ekte'nis) αρσενικό-θηλυκό

εκτενές

extensive, lengthy, comprehensiveشَامِلkomplexníomfattendeumfassendexhaustivokattavaexhaustifobuhvatancompleto総合的な포괄적인allesomvattendomfattendewyczerpującyabrangenteвсестороннийheltäckandeที่ครอบคลุมkapsamlıtoàn diện全面的, 广泛廣泛 (ekte'nes) ουδέτερο
επίθετο
1. που παίρνει χρόνο εκτενής λόγος
2. που απλώνεται εκτενές τοπίο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close