εκτεταμένος

(προωθήθηκε από εκτεταμένο)
Μεταφράσεις

εκτεταμένος

(ekteta'menos) αρσενικό

εκτεταμένη

(ekteta'meni) θηλυκό

εκτεταμένο

extensive, extendedمـُمْتَدّrozsáhlýudstraktweitläufigextensolaajacompletprostranampio広い광대한uitgebreidutstraktobszernyextensoобширныйomfattandeกว้างขวางgenişrộng rãi广泛的 (ekteta'menο) ουδέτερο
επίθετο
1. που απλώνεται στο χώρο εκτεταμένες περιοχές
2. μεγάλος εκτεταμένο τραύμα
3. πολλής έχω εκτεταμένες γνώσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close