εκτρέπομαι

Μεταφράσεις

εκτρέπομαι

deviate (ek'trepome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. Το αυτοκίνητο εκτράπηκε.
2. μεταφορικά ξεφεύγω από τα όρια Η συζήτηση εκτράπηκε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close