εκτρέφω

Μεταφράσεις

εκτρέφω

(ek'trefo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
φροντίζω ζώα εκτρέφω πρόβατα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close