εκτυφλωτικός

(προωθήθηκε από εκτυφλωτική)
Μεταφράσεις

εκτυφλωτικός

(ektifloti'kos) αρσενικό

εκτυφλωτική

(ektifloti'ci) θηλυκό

εκτυφλωτικό

blindingaveuglant (ektifloti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που τυφλώνει με τη λάμψη του εκτυφλωτικό φως
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close