εκφοβίζω

Μεταφράσεις

εκφοβίζω

intimidate, scare

εκφοβίζω

يُرْهِبُ

εκφοβίζω

zastrašit

εκφοβίζω

intimidere

εκφοβίζω

einschüchtern

εκφοβίζω

intimidar

εκφοβίζω

pelotella

εκφοβίζω

intimider

εκφοβίζω

prestrašiti

εκφοβίζω

intimidire

εκφοβίζω

おじけづかせる

εκφοβίζω

위협하다

εκφοβίζω

intimideren

εκφοβίζω

true

εκφοβίζω

onieśmielić

εκφοβίζω

intimidar

εκφοβίζω

запугивать

εκφοβίζω

skrämma

εκφοβίζω

ข่มขู่คุกคาม

εκφοβίζω

gözünü korkutmak

εκφοβίζω

đe dọa

εκφοβίζω

胁迫
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close