ελάττωμα

Μεταφράσεις

ελάττωμα

defect, failing, fault, shortcomingخَلَلvadadefektSchadendefectovikadéfautnedostatakdifetto欠陥결점defectmangelwadadefeitoдефектbristข้อบกพร่องkusurkhuyết điểm缺陷缺陷 (e'latoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. αρνητικό σημείο σε χαρακτήρα ελαττώματα και προτερήματα Έχει το ελάττωμα να θυμώνει εύκολα.
2. πρόβλημα ελάττωμα στην άρθρωση H συσκευή έχει κπ ελάττωμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close