ελέγχω

Μεταφράσεις

ελέγχω

kontrollieren, prüfencheck, control, audit, testcontrôler, auditer, vérifierيَتَحَكَّمُ في, يُراجِعُ الـحِسَابات, يَفْحَصُovládat, zkontrolovat, zrevidovatkontrollere, revidere, tjekkeauditar, comprobar, controlarhallita, tarkistaa, tehdä tilintarkastuskontrolirati, provjeriti, revidiraticontrollare, revisionare支配する, 監査する, 調べる...을 점검하다, 감사하다, 통제하다beheersen, controleren, de boeken controlerengranske, kontrollere, sjekkeskontrolować, sprawdzićcontrolar, examinar, fazer auditoria, verificarпроверять, проверять отчетность, управлятьkontrollera, reglage, revideraควบคุม, ตรวจ, ตรวจสอบบัญชีdenetlemek, hesapları denetlemekkiểm soát, kiểm toán, kiểm tra控制, 检查, 稽核 (e'leŋxo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω έλεγχο ελέγχω το διαβατήριο κάποιου
2. επαληθεύω ελέγχω αν η φωτιά έχει σβήσει
3. επιβλέπω ελέγχω την πρόοδο κάποιου
4. περιορίζω, έχω τον έλεγχο ελέγχω μια πυρκαγιάμια κατάσταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close