ελαττωματικός

(προωθήθηκε από ελαττωματική)
Μεταφράσεις

ελαττωματικός

(elatomati'kos) αρσενικό

ελαττωματική

(elatomati'ci) θηλυκό

ελαττωματικό

defective, faultydefeituoso결함defectuosoDefektعيبdéfectueuxviallinendefektVadnýдефектен (elatomati'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δε λειτουργεί σωστά Η τηλεόραση είναι ελαττωμματική.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close