ελαττώνομαι

Μεταφράσεις

ελαττώνομαι

decrease, diminish, wane, go down

ελαττώνομαι

يَنْخَفِضُ

ελαττώνομαι

klesat

ελαττώνομαι

gå ned

ελαττώνομαι

hinuntergehen

ελαττώνομαι

bajar

ελαττώνομαι

laskea

ελαττώνομαι

baisser

ελαττώνομαι

spustiti se

ελαττώνομαι

scendere

ελαττώνομαι

下がる

ελαττώνομαι

내려가다

ελαττώνομαι

omlaaggaan

ελαττώνομαι

gå ned

ελαττώνομαι

zejść

ελαττώνομαι

descer

ελαττώνομαι

понижаться

ελαττώνομαι

gå ner

ελαττώνομαι

ลดลง

ελαττώνομαι

azalmak

ελαττώνομαι

đi xuống

ελαττώνομαι

下降
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close