ελαττώνω

Μεταφράσεις

ελαττώνω

reduce, decrease, lessen, cut downréduire, diminuerيُخَفِّضُ, يُنَقِّصُomezit se, zmenšitreducere, skære nedfällen, reduzierenrecortar, reducirvähentääsmanjitiridurre伐り倒す, 減らす삭감하다, 축소하다minderen, verminderenhugge ned, redusereściąć, zmniejszyćreduzirсокращатьfälla, minskaทำให้ลดลง, ลดลง, ตัดลงมาazaltmak, kesmekcắt giảm, giảm减少, 削减 (ela'tono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μειώνω ελαττώνω τη διάρκεια ελαττώνω τον ηχοτην ένταση ελαττώνω ταχύτητα
2. περιορίζω ελαττώνω τα έξοδα ελαττώνω το αλάτι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close