ελαφρύς-ός

(προωθήθηκε από ελαφρύ-ό)
Μεταφράσεις

ελαφρύς-ός

(ela'fris-os) αρσενικό

ελαφριά

(elafri'a) θηλυκό

ελαφρύ-ό

(ela'fri-o) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν έχει πολύ βάρος ελαφριά βαλίτσα
μεταφορικά πολύ ελαφρύς
2. όχι πολύ ζεστός ελαφρύ πάπλωμα
3. όχι πολύ κρύος ελαφρύς χειμώνας
4. όχι πολύ σοβαρό ελαφρύ τραγούδιθέαμα
5. όχι βαρύς για το στομάχι ελαφρύ φαγητό
6. χωρίς πολλή σκέψη
πρόστυχη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close