ελαχιστοποιώ

Μεταφράσεις

ελαχιστοποιώ

minimize

ελαχιστοποιώ

minimiser

ελαχιστοποιώ

يُقَلِّلُ

ελαχιστοποιώ

minimalizovat

ελαχιστοποιώ

minimere

ελαχιστοποιώ

minimieren

ελαχιστοποιώ

minimizar

ελαχιστοποιώ

minimoida

ελαχιστοποιώ

minimizirati

ελαχιστοποιώ

minimizzare

ελαχιστοποιώ

最小限度にする

ελαχιστοποιώ

최소화하다

ελαχιστοποιώ

minimaliseren

ελαχιστοποιώ

minimere

ελαχιστοποιώ

pomniejszyć

ελαχιστοποιώ

minimizar

ελαχιστοποιώ

minimera

ελαχιστοποιώ

ทำให้เล็กลงที่สุด

ελαχιστοποιώ

en aza indirgemek

ελαχιστοποιώ

giảm thiểu

ελαχιστοποιώ

最小化
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close