ελευθερώνομαι

Μεταφράσεις

ελευθερώνομαι

(elefθe'ronome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. απομακρύνω έναν κατακτητή ελευθερώνομαι από τον εχθρό
2. απαλλάσσομαι ελευθερώνομαι από προκαταλήψεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close