ελεύθερος

Μεταφράσεις

ελεύθερος

(e'lefθeros)

ελεύθερη

(e'lefθeri)

ελεύθερο

frei, gratis, kostenlos, umsonstfree, single, unoccupied, freeman, clearlibera, senkostalibre, gratis, despejado, vacíoilmainen, tyhjä, vapaalibre, gratis, gratuit, inoccupélibero, gratuito, vuotoliber, libera, liberumvrij, gratis, kosteloos, kosteloze, los, losse, vrijelivre, grátis, gratuita, gratuitofri, gratis, kostnadsfriحُرّ, سالِكuklizený, volnýfri, fritprazan, slobodan自由な, 障害のない무료로, 확실한fri, klarpusty, wolnyбез помех, свободныйโล่ง, มีอิสระaçık, özgürtrống, tự do畅通的, 自由的 (e'lefθero) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν του βάζουν εμπόδια Είσαι ελεύθερος να αποφασίσεις.
ελευθερώνω
2. που λειτουργεί σε ελεύθερο καθεστώς ελεύθερη χώρα
3. χωρίς πρόγραμμα ελεύθερο ωράριο
4. αυτόνομος ελεύθερο επάγγελμα είμαι ελεύθερος επαγγελματίας
που πυροβολεί αυτόνομα
σύμφωνα με την προτίμηση του κάθε κολυμβητή
5. χωρίς πληρωμή ελεύθερη είσοδος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close