ελκυστικός

(προωθήθηκε από ελκυστική)
Μεταφράσεις

ελκυστικός

(elcisti'kos) αρσενικό

ελκυστική

(elcisti'ci) θηλυκό

ελκυστικό

attractiveattractif, attirantatraenteجَذَّابpřitažlivýtiltrækkendeanziehendatractivoviehättäväprivlačanattraente魅力的な마음을 끌어당기는aantrekkelijktiltrekkendeatrakcyjnyпривлекательныйattraktivมีเสน่ห์ดึงดูดçekicihấp dẫn吸引人的 (elcisti'ko)
επίθετο ουδέτερο
1. που γοητεύει ελκυστικός άντρας
2. μεταφορικά πολύ ενδιαφέρων ελκυστική πρόταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close