ελκύω

Μεταφράσεις

ελκύω

attirer, hisser, tirerattract (el'cio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τραβάω, γοητεύω Ελκύει τις γυναίκες με το χιούμορ του.
2. τραβάω κοντά μου Το μέλι ελκύει τις μέλισσες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close