εμβολίζω

Μεταφράσεις

εμβολίζω

ram

εμβολίζω

يَصْطَدِمُ

εμβολίζω

narazit do

εμβολίζω

vædre

εμβολίζω

rammen

εμβολίζω

estrellar, estrellarse

εμβολίζω

puskea

εμβολίζω

percuter

εμβολίζω

zabiti se

εμβολίζω

cozzare contro

εμβολίζω

打ち固める

εμβολίζω

부딪치다

εμβολίζω

rammen

εμβολίζω

hamre

εμβολίζω

uderzyć

εμβολίζω

bater

εμβολίζω

врезаться

εμβολίζω

slå

εμβολίζω

ชนอย่างแรง

εμβολίζω

vurmak

εμβολίζω

đâm vào

εμβολίζω

猛击
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close