εμβολιάζω

Μεταφράσεις

εμβολιάζω

vaccinate, inoculateيُلَقِّحُočkovatvaccinereimpfenvacunarrokottaavaccinercijepitivaccinare予防接種をする예방접종을 하다vaccinerenvaksinerezaszczepićvacinarделать прививку, вакцинироватьvaccineraฉีดวัคซีนaşılamaktiêm chủng预防接种 (emvoli'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω εμβόλιο σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close