εμβολιασμένος

(προωθήθηκε από εμβολιασμένο)
Μεταφράσεις

εμβολιασμένος

(emvolia'zmenos)

εμβολιασμένη

(emvolia'zmeni)

εμβολιασμένο

(emvolia'zmeno)
επίθετο
που έχει εμβολιαστεί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close