εμβόλιο

Μεταφράσεις

εμβόλιο

vaccine, vaccinationvaccinvacinavaccinваксина백신疫苗vaccinلقاح疫苗ワクチンvaccinoImpfstoffvacunaวัคซีนvaccine (em'volio)
ουσιαστικό ουδέτερο
ένεση για τόνωση της ανοσίας το εμβόλιο κατά της γρίπης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close