εμμονή

Μεταφράσεις

εμμονή

adherence, persistenceossessioneobsessieאובססיהobsession強迫観念obsessãoМанияbesættelseobsesiónObsession (emo'ni)
ουσιαστικό θηλυκό
παράλογη επιμονή Η εμμονή του αρχίζει να μ' ενοχλεί.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close