εμμονοληπτικός

Μεταφράσεις

εμμονοληπτικός

مَهوُوسٌ

εμμονοληπτικός

posedlý

εμμονοληπτικός

besat

εμμονοληπτικός

besessen

εμμονοληπτικός

obsessed

εμμονοληπτικός

obsesionado

εμμονοληπτικός

pakkomielteen vaivaama

εμμονοληπτικός

obsédé

εμμονοληπτικός

opsjednut

εμμονοληπτικός

ossessionato

εμμονοληπτικός

執着した

εμμονοληπτικός

집념에 사로 잡힌

εμμονοληπτικός

geobsedeerd

εμμονοληπτικός

besatt

εμμονοληπτικός

mający obsesję

εμμονοληπτικός

obcecado

εμμονοληπτικός

одержимый

εμμονοληπτικός

besatt

εμμονοληπτικός

ที่เอาใจใส่อย่างมาก

εμμονοληπτικός

takıntılı

εμμονοληπτικός

bị ám ảnh

εμμονοληπτικός

着了迷的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close