εμπεδώνω

Μεταφράσεις

εμπεδώνω

consolidate, strengthen (embe'ðono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μαθαίνω σε βάθος εμπεδώνω το μάθημά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close