εμπιστεύομαι

Μεταφράσεις

εμπιστεύομαι

trust, entrustavoir confiance, confier, faire confiance, se confierيَثِقُ بdůvěřovatstole påvertrauenconfiar, confianzaluottaavjerovatifidarsi信頼する신뢰하다vertrouwenstole påzaufaćconfiar, confiançaдоверятьlita påไว้วางใจgüvenmektin信赖, 信任信任אמון (embi'stevome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. είμαι σίγουρος για κπ εμπιστεύομαι κπτη γνώμη κάποιου
2. βασίζομαι στην εχεμύθεια κάποιου εμπιστεύομαι ένα μυστικό σε κπ
3. δίνω σε κπ να φυλάξει κτ εμπιστεύομαι το παιδί μου σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close