εμπιστοσύνη

Μεταφράσεις

εμπιστοσύνη

confidence, trustثِقَةdůvěra, sebejistotaselvtillid, tillidVertrauenconfianza, seguridad en sí mismoluottamusconfiancepovjerenje, samopouzdanjefiducia, fiducia in se stessi信頼신뢰vertrouwen, zelfvertrouwentillitzaufanieconfiançaдоверие, самоуверенностьförtroendeความเชื่อใจ, ความมั่นใจgüvenlòng tin, sự tự tin信任, 信赖信任אמון (embisto'sini)
ουσιαστικό θηλυκό
πίστη στην καλή πρόθεση ή ικανότητα κάποιου σχέση εμπιστοσύνης δείχνω εμπιστοσύνη σε κπ Του έχω εμπιστοσύνη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close