εμπλουτίζω

Μεταφράσεις

εμπλουτίζω

enrich (emblu'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ πιο πλούσιο σε συστατικά εμπλουτίζω το χώμα με λίπασμα
2. συμπληρώνω εμπλουτίζω συλλογή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close