εμπνέω

Μεταφράσεις

εμπνέω

inspireвдохновлять (emb'neo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω ιδέες για δημιουργία Με εμπνέει η δουλειά μου.
2. μεταδίδω συναίσθημα εμπνέω εμπιστοσύνη σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close