εμποδίζω

Μεταφράσεις

εμποδίζω

obstruct, impede, bar, prevent, stymie, thwart, blockempêcher, obstruer, bloquerيـَمْنَعُzablokovatblokereblockierenbloqueartukkiablokiratibloccareふさぐ막다blokkerenblokkerezablokowaćbloquearблокироватьblockeraกีดขวางtıkamakphong tỏa封锁 (embo'ðizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω εμπόδια σε κπ Η χιονοθύελα μάς εμπόδισε να προχωρήσουμε.
2. γίνομαι εμπόδιο για κπ Εμποδίζεις εδώ που κάθεσαι. εμποδίζω την ανάπτυξη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close