εμποδίζω την είσοδο

Μεταφράσεις

εμποδίζω την είσοδο

يُجَنِّبُ

εμποδίζω την είσοδο

vyhýbat se

εμποδίζω την είσοδο

holde ude

εμποδίζω την είσοδο

draußen bleiben

εμποδίζω την είσοδο

keep out

εμποδίζω την είσοδο

mantenerse alejado de

εμποδίζω την είσοδο

pysytellä poissa

εμποδίζω την είσοδο

empêcher d’entrer

εμποδίζω την είσοδο

ne upletati se

εμποδίζω την είσοδο

tenere fuori

εμποδίζω την είσοδο

中に入れない

εμποδίζω την είσοδο

관계하지 않도록 하다

εμποδίζω την είσοδο

zich erbuiten houden

εμποδίζω την είσοδο

holde (seg) borte

εμποδίζω την είσοδο

nie dopuścić

εμποδίζω την είσοδο

afastar

εμποδίζω την είσοδο

держаться в стороне

εμποδίζω την είσοδο

hålla borta

εμποδίζω την είσοδο

ไม่เข้าไปยุ่ง

εμποδίζω την είσοδο

dışarıda tutmak

εμποδίζω την είσοδο

tránh xa

εμποδίζω την είσοδο

不让进来
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close